Πώς θα ένιωθαν οι αρχαίοι Ακαρνάνες αν έβλεπαν τη Στράτο ξανά γεμάτη, 2400 χρόνια μετά

Αν στεκόσουν αθόρυβα απόψε στο ψηλότερο εδώλιο του θεάτρου της Στράτου, εκεί που η πέτρα είναι ακόμα φθαρμένη από τον καιρό, θα νόμιζες πως ο χρόνος δίπλωσε.
Κάτω, στην ορχήστρα που πατήσαμε εμείς απόψε με τα μωβ και τα γαλάζια φώτα, εκείνοι έβλεπαν χορούς τραγωδιών. Εκεί που εμείς στήσαμε ηχεία και μικροφωνικές, εκείνοι άκουγαν τον απόηχο της φωνής χωρίς μικρόφωνο, να ταξιδεύει ως τον Αχελώο. Το θέατρο που έχτισαν τον 4ο αιώνα π.Χ. για 6.000 και πλέον ψυχές, η πρωτεύουσα του Κοινού των Ακαρνάνων, είχε σωπάσει. Το είχε σκεπάσει η γη, το είχαν κλέψει οι θάμνοι.
Και απόψε, όπως φαίνεται και στη φωτογραφία σου, γέμισε ξανά.
Τι θα έβλεπε ένας Ακαρνάνας στρατιώτης, ένας έμπορος, μια γυναίκα από τη Στράτο αν σηκωνόταν από τον τάφο του και καθόταν δίπλα μας;
Θα έβλεπε πρώτα το φως. Αυτό το αφύσικο, μωβ φως που λούζει την ορχήστρα. Εκείνοι ήξεραν μόνο τον ήλιο και τους δαυλούς. Θα τρόμαζε, για μια στιγμή. Μετά θα καταλάβαινε. Είναι γιορτή. Πάλι γιορτή.
Θα έβλεπε τα βουνά πίσω, τα ίδια. Ο Παναιτωλικός είναι ακόμα εκεί, σκοτεινός. Τα φώτα του Αγρινίου στο βάθος, εκεί που εκείνος έβλεπε μόνο ελάχιστες φωτιές και σκοτάδι. Θα αναρωτιόταν: “Τόσοι πολλοί; Τόσο μεγάλη έγινε η πόλη;”
Και μετά θα άκουγε τις φωνές. Δεν είναι αρχαία ελληνικά. Είναι νεοελληνικά. Είναι γέλια, κινητά που ανάβουν, παιδιά που δεν κάθονται φρόνιμα στα πέτρινα εδώλια. Θα χαμογελούσε. Γιατί αυτό ακριβώς έκαναν και οι δικοί του.
Ο πιο γέρος από την παρέα των αρχαίων, ίσως ένας πρεσβύτερος του Κοινού, θα έσκυβε και θα έλεγε στους άλλους:
“Βλέπετε; Δεν μας ξέχασαν. Νομίζαμε πως όταν πέσει η Στράτος, θα πέσει για πάντα. Κι όμως. Καθάρισαν τις πέτρες μας. Πάτησαν εκεί που πατούσαμε. Δεν έχτισαν από πάνω. Μας σεβάστηκαν.”
Μια γυναίκα θα έψαχνε να βρει το ιερό του Διός του Στρατίου ψηλά στην ακρόπολη. Θα το έβλεπε ακόμα όρθιο, σκοτεινό. Θα έκανε το σημάδι της.
Και ο νεότερος, ένα παιδί που ίσως είχε δει μόνο μια φορά παράσταση εδώ πριν τον πάρει ο πόλεμος με τους Αιτωλούς, θα έλεγε:
“Πατέρα, το θέατρο ζει. Άρα ζούμε κι εμείς.”
Γιατί αυτό είναι το αρχαίο θέατρο. Δεν είναι μνημείο. Είναι καθρέφτης. Οι Ακαρνάνες δεν θα έβλεπαν απόψε μια ανακαίνιση. Δεν ξέρουν τι θα πει ΕΣΠΑ, Εφορεία Αρχαιοτήτων, Περιφέρεια. Θα έβλεπαν κάτι πολύ πιο απλό και πιο συγκλονιστικό:
Θα έβλεπαν πως 2.400 χρόνια μετά, στην ίδια πλαγιά, κάτω από τον ίδιο ουρανό, άνθρωποι κάθονται ακόμα ο ένας δίπλα στον άλλον και ακούνε μουσική.
Και θα καταλάβαιναν πως τελικά, δεν πέθαναν ποτέ.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ ΤΣΟΜΠΟΣ

Σχετικές δημοσιεύσεις